Skip to main content

Ο ΛΣΑ αναλύει τις επιπτώσεις των μέτρων: Στην οικονομία τίποτα δεν λειτουργεί απομονωμένα. Κάθε μέτρο έχει αντίκτυπο στην αγορά.

Στην οικονομία τίποτα δεν λειτουργεί απομονωμένα. Κάθε μέτρο έχει αντίκτυπο στην αγορά.

Ο ΛΣΑ αναλύει τις επιπτώσεις των μέτρων.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τη βιωσιμότητα της επιχείρησης

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών αντιμετωπίζει θετικά κάθε πολιτική που ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων και βελτιώνει το επίπεδο των αμοιβών στην αγορά εργασίας.

Η ανακοίνωση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ έως τον Ιανουάριο του 2028, από 920 ευρώ σήμερα, σε συνδυασμό με τη μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων από τον Απρίλιο του 2027, αποτελεί θετική παρέμβαση υπέρ του καθαρού εισοδήματος των μισθωτών. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η μείωση των εισφορών αφορά αποκλειστικά το σκέλος του εργαζομένου, ενώ η εργοδοτική εισφορά παραμένει στο 21,79%.

Ωστόσο, από την πλευρά της πραγματικής οικονομίας, το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο:

Μπορεί μια μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση να απορροφήσει τις αυξήσεις του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους χωρίς να περιορίσει την απασχόληση ή να μετακυλίσει μέρος του κόστους στις τιμές;

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών θεωρεί ότι η συζήτηση για την αύξηση των μισθών πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά από συζήτηση για το συνολικό κόστος εργασίας και λειτουργίας της επιχείρησης.

Η μείωση κατά 0,5 μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου αυξάνει το καθαρό εισόδημά του, αλλά δεν μειώνει το αντίστοιχο εργοδοτικό κόστος μισθοδοσίας.

Με βάση τα κυβερνητικά στοιχεία, από το 2027 η εργοδοτική εισφορά παραμένει στο 21,79%, ενώ η εισφορά του εργαζομένου μειώνεται στο 12,87%. Συνεπώς, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αποτελεί μείωση του μη μισθολογικού κόστους για τον εργοδότη.

Το πρόβλημα για τις μικρές επιχειρήσεις

Για μια μικρομεσαία επιχείρηση που απασχολεί λίγους εργαζόμενους τα περιθώρια απορρόφησης του κόστους αύξησης των μισθών είναι πολύ μικρά, ειδικά όταν αυξάνονται ταυτόχρονα:

  • οι εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές,
  • το κόστος ενέργειας και λειτουργίας,
  • το κόστος προμηθειών,
  • τα ενοίκια,
  • και οι γενικότερες λειτουργικές δαπάνες,

η επιχείρηση καλείται να διαχειριστεί ένα διαρκώς αυξανόμενο κόστος χωρίς αντίστοιχη δυνατότητα αύξησης της παραγωγικότητας ή των περιθωρίων κέρδους.

Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχουν περιορισμένες επιλογές: απορρόφηση του κόστους από τα κέρδη, ή περιορισμός της απασχόλησης ή των επενδύσεων, ή μετακύλισή του στις τιμές.

Η τελευταία επιλογή αποτελεί έναν υπαρκτό κίνδυνο, ιδίως στο μεγαλύτερο μέρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που λειτουργούν με χαμηλά περιθώρια κέρδους.

Η αύξηση του μισθού χρειάζεται ως προϋπόθεση τη δυνατότητα της επιχείρησης να τον πληρώσει.

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών θεωρεί ότι η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της αύξησης του κατώτατου μισθού ως ενιαία αλυσίδα με το κόστος λειτουργίας, την παραγωγικότητα, τις τιμές, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Δεν μπορεί να επιδιώκεται η ενίσχυση του εργαζομένου χωρίς παράλληλη ενίσχυση της επιχείρησης που δημιουργεί και χρηματοδοτεί τη θέση εργασίας και επιπλέον, η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να υπονοεί την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών εφόσον ενισχύει την ακρίβεια στην αγορά της χώρας.

Συμπερασματικά:

Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 1.000 ευρώ είναι ένας θεμιτός κοινωνικός στόχος. Για να είναι όμως βιώσιμος, πρέπει να συνοδευτεί από παρεμβάσεις που μειώνουν άμεσα και μόνιμα το συνολικό κόστος απασχόλησης.

 

Υπάρχουν φορολογικά μέτρα για τις επιχειρήσεις, αλλά απαιτείται ισχυρότερη και ταχύτερη παρέμβαση

Ανεπαρκής κρίνεται η ταχύτητα και η εμβέλεια.

Ο ΛΣΑ αναγνωρίζει ότι στο πακέτο της ΔΕΘ περιλαμβάνονται μέτρα που αφορούν τις επιχειρήσεις.

Στην παρούσα συγκυρία, όπου το μισθολογικό και λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων αυξάνεται και οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να λειτουργούν με περιορισμένα περιθώρια, η σταδιακή και μελλοντική εφαρμογή των φορολογικών ελαφρύνσεων περιορίζει σημαντικά την άμεση αποτελεσματικότητά τους.

  • Προκαταβολή φόρου: η ελάφρυνση είναι περιορισμένη και έρχεται με μεγάλη χρονική απόσταση

Για τις ατομικές επιχειρήσεις προβλέπεται μείωση της προκαταβολής φόρου από 55% σε 50%, από το φορολογικό έτος 2027, δηλαδή η επίδραση θα αποτυπωθεί στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2028.

Ο ΛΣΑ θεωρεί τη μείωση αυτή θετική ως κατεύθυνση, αλλά ανεπαρκής ως προς την άμεση δημοσιονομική της επίδραση στον επαγγελματία.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η χρονική απόσταση για τα Νομικά Πρόσωπα. Η προκαταβολή φόρου προβλέπεται να μειώνεται κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως από το φορολογικό έτος 2028, μέχρι να φτάσει από το 80% στο 50% το φορολογικό έτος 2033. Αυτό σημαίνει ότι η πλήρης εξίσωση με το καθεστώς των ατομικών επιχειρήσεων θα ολοκληρωθεί για τα Νομικά Πρόσωπα στις δηλώσεις του 2034!

Η μικρομεσαία επιχείρηση, δεν λειτουργεί σε ορίζοντα οκταετίας. Χρειάζεται ρευστότητα και χαμηλότερο κόστος σήμερα.

  • Τέλος επιτηδεύματος: σωστή η κατάργηση, υπερβολικά αργή η ολοκλήρωσή της

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών θεωρεί θετική την προοπτική κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος.

Ωστόσο, η επιλογή της σταδιακής εφαρμογής ανάλογα με τη γεωγραφική τους έδρα,  δημιουργεί μια σημαντική ανισορροπία μεταξύ επιχειρήσεων.

Το τέλος επιτηδεύματος για τις έδρες και τα υποκαταστήματα Νομικών Προσώπων εκτός Περιφέρειας Αττικής καταργείται από το φορολογικό έτος 2026, ενώ στην Αττική προβλέπεται μείωση κατά 50% από το φορολογικό έτος 2027 και πλήρης κατάργηση από το φορολογικό έτος 2028.

Ο ΛΣΑ θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος μία επιχείρηση της Αττικής να αντιμετωπίζεται δυσμενέστερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ιδίως όταν πρόκειται για ένα τέλος που δεν συνδέεται με την πραγματική κερδοφορία ή τη φοροδοτική ικανότητα της επιχείρησης.

Η καθολική και οριζόντια κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος θα μπορούσε να λειτουργήσει άμεσα ως πραγματικό μέτρο μείωσης του λειτουργικού κόστους.

  • Τεκμαρτή Φορολόγηση και Φορολογική «Συνέπεια»

Ιδιαίτερο «μούδιασμα» μας προκάλεσε η εξαγγελθείσα παρέμβαση στο σύστημα του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος των ελευθέρων επαγγελματιών.

Από το φορολογικό έτος 2026, ήτοι οικονομικό 2027, για τους επαγγελματίες που πληρούν τα συγκεκριμένα κριτήρια συνέπειας, προβλέπεται η μη εφαρμογή των δύο προσαυξήσεων που σήμερα συνδέονται με:

  • το 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας και
  • το 5% της υπέρβασης του κύκλου εργασιών έναντι του μέσου όρου του αντίστοιχου ΚΑΔ.

Ο ΛΣΑ αναγνωρίζει ότι η κατάργηση των δύο συγκεκριμένων προσαυξήσεων αποτελεί μικρή βελτίωση του υφιστάμενου συστήματος, δεν συνιστά, όμως, πλήρη κατάργηση της μη αναλογικής και αδίκως οριζόντιας τεκμαρτής φορολόγησης.

Ο βασικός μηχανισμός του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος παραμένει σε ισχύ, με βάση μεταξύ άλλων τον κατώτατο μισθό και τις προβλέψεις του άρθρου 28Α του ΚΦΕ.

Επομένως, στην ουσία, η εξαγγελθείσα παρέμβαση αποτελεί μερική και μικρή διόρθωση ενός άδικου συστήματος φορολόγησης – και μάλιστα – μόνο για όσους χαρακτηριστούν  φορολογικά «συνεπείς».

Ποιο είναι το πρόβλημα με τον χαρακτηρισμό «συνεπής»;

Η Πολιτεία συνδέει την απαλλαγή από τις δύο προσαυξήσεις του τεκμαρτού προσδιορισμού φορολόγησης με τέσσερις προϋποθέσεις:

  1. την αποστολή των απαιτούμενων δεδομένων στην myDATA,
  1. διασύνδεση ταμειακών μηχανών και POS και η εξασφάλιση της διασύνδεσης ολόκληρο το φορολογικό έτος
  1. τη μη ύπαρξη προστίμου για φορολογική ή εργατική παράβαση κατά την προηγούμενη πενταετία και
  2. την υποβολή των δηλώσεων ΦΠΑ και εισοδήματος των προηγούμενων πέντε φορολογικών ετών, έως 31/12 του τελευταίου φορολογικού έτους.

Ο ΛΣΑ θεωρεί θεμιτό η Πολιτεία να επιβραβεύει την τήρηση των φορολογικών και λογιστικών υποχρεώσεων μεν, προπάντων όμως, εκείνο που πρέπει να επιβραβεύεται είναι η συνέπεια στην καταβολή των φόρων.

Η φορολογική συνέπεια, όμως, δεν μπορεί να ταυτίζεται με ένα απολύτως άκαμπτο ιστορικό μη ύπαρξης παράβασης.

Ένα πρόστιμο που επιβλήθηκε σε μία επιχείρηση μπορεί να αμφισβητηθεί και να ακυρωθεί μεταγενέστερα στη ΔΕΔ. Μία παράβαση μπορεί να οφείλεται σε πραγματικό λάθος ή σε αντικειμενική τεχνική αδυναμία. Μπορεί ακόμη να έχει διαπιστωθεί μία τυπική παράβαση, η οποία δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με απόκρυψη εισοδήματος ή φοροδιαφυγή.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση τεχνικής διακοπής της διασύνδεσης ταμειακής μηχανής ή POS, όταν τα σχετικά έσοδα έχουν καταχωρισθεί και δηλωθεί κανονικά.

Είναι δίκαιο μία επιχείρηση να χάνει το δικαίωμα της όποιας φορολογικής επιβράβευσης, όταν η φορολογική της συμπεριφορά είναι ουσιαστικά διαφανής και απολύτως ανιχνεύσιμη από τα ηλεκτρονικά συστήματα της ΑΑΔΕ;

Το σημαντικότερο είναι ότι η φορολογική μεταρρύθμιση και η επιβράβευση της συνέπειας, δεν μπορούν να εξαντλούνται σε μία μικρή διόρθωση του τεκμαρτού προσδιορισμού του φόρου των ατομικών επιχειρήσεων.

Εξάλλου η Φορολογική Διοίκηση έχει πλέον στη διάθεσή της εξαιρετικά εκτεταμένα ψηφιακά εργαλεία: myDATA, ηλεκτρονικές συναλλαγές, POS, IRIS, ηλεκτρονική τιμολόγηση και δυνατότητες μαζικών ηλεκτρονικών διασταυρώσεων, ώστε η φορολόγηση να πραγματοποιείται επί του πραγματικού εισοδήματος και παράλληλα να αντιμετωπίζεται η φοροδιαφυγή.

Παρ’ όλα αυτά, ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών κρίνει απαραίτητη την έναρξη της  έκδοσης και αποστολής του «πιστοποιητικού φορολογικής συνέπειας» από την ΑΑΔΕ προς τις επιχειρήσεις, έστω και με τα επουσιώδη – κατά τη γνώμη μας - κριτήρια που εξαγγέλθηκαν, προκειμένου οι μελλοντικές φορολογικές μεταρρυθμίσεις να επιβραβεύσουν ουσιαστικά τους πραγματικά «συνεπείς» φορολογούμενους.

Το πιστοποιητικό αυτό μπορεί, αφενός, να ενισχύσει την η «κουλτούρα» της φορολογικής συνέπειας, αφετέρου να αποτελέσει τη βάση για την αυτόματη εφαρμογή φορολογικών κινήτρων, μειώσεων και διευκολύνσεων, χωρίς πρόσθετη γραφειοκρατία.

  • Η Χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων είναι θετικό μέτρο για την ενίσχυση της ρευστότητας, αλλά ο δανεισμός δεν είναι επιχορήγηση.

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών αξιολογεί θετικά την απόφαση για τη δημιουργία νέου δανειοδοτικού και εγγυοδοτικού προγράμματος ύψους 1,5 δισ. ευρώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και με αξιοποίηση πόρων από το σκέλος των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Το σημαντικότερο ζήτημα δεν είναι μόνο το συνολικό ύψος των διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά το πόσες μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μπορέσουν πραγματικά να έχουν πρόσβαση σε αυτά και πόσο σύντομα.

Η χρηματοδότηση ενισχύει τη ρευστότητα, αλλά δεν παύει να είναι υποχρέωση και δεν δημιουργεί εισόδημα.

Ο δανεισμός πρέπει να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη, όχι τη συσσώρευση ζημιών.

 

Το ζήτημα της Στέγασης: Σπίτι μου ΙΙΙ

Το νέο πρόγραμμα «Σπίτι μου III», συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ, κινείται μεν προς θετική κατεύθυνση, παρέχοντας πρόσβαση σε χαμηλότοκη στεγαστική χρηματοδότηση και διευρύνοντας τα ηλικιακά, εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια σε σχέση με το «Σπίτι μου II».

Ωστόσο, η στεγαστική πολιτική δεν μπορεί να εστιάζει αποκλειστικά στη χρηματοδότηση της ζήτησης και να μην λαμβάνεται μέριμνα για την αύξηση της προσφοράς.

Όταν αυξάνεται η ζήτηση χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η προσφορά, δημιουργείται άνοδος τιμών.

Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής αγοράς κατοικίας είναι η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων και οικονομικά προσιτών κατοικιών.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ΛΣΑ θεωρεί θετική την επέκταση της απαλλαγής ΦΠΑ στην οικοδομή για την περίοδο 2027–2030, καθώς αποτελεί παρέμβαση που μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της προσφοράς.

Ωστόσο, απαιτείται να εξεταστούν και πρόσθετα μέτρα που θα καταστήσουν οικονομικά βιώσιμη την ανάπτυξη αλλά και τη διάθεση ακινήτων.

 

Φόρος μεταβίβασης από 3% σε 15% για αγορές από φορολογικούς κατοίκους τρίτων χωρών.

Ο ΛΣΑ αντιλαμβάνεται τη λογική της παρέμβασης.

Η Πολιτεία επιχειρεί να περιορίσει την πρόσθετη ζήτηση για κατοικίες από φορολογικούς κατοίκους τρίτων χωρών, αναγνωρίζοντας ότι η αυξημένη ζήτηση σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς μπορεί να συμβάλλει στην άνοδο των τιμών και να δυσχεραίνει την πρόσβαση των μόνιμων κατοίκων στη στέγη. Ο νέος φόρος μεταβίβασης διαμορφώνεται σε 15%, ενώ μαζί με την εισφορά 3% επί του φόρου υπέρ των δήμων η συνολική επιβάρυνση διαμορφώνεται σε 15,45%.

Ωστόσο, απαιτείται προσοχή ως προς τις πραγματικές οικονομικές επιπτώσεις του μέτρου.

Η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης του αγοραστή ενδέχεται να επηρεάσει τη διαπραγμάτευση μεταξύ αγοραστή και πωλητή και να μην λειτουργήσει αποκλειστικά ως αποτρεπτικός παράγοντας για τη ζήτηση ή πράγματι να λειτουργήσει ως αποτρεπτικός παράγοντας, γεγονός που θα είναι εις βάρος του πωλητή.

Ο ΛΣΑ θεωρεί αποτελεσματικότερη την μείωση των ορίων επένδυσης της Golden Visa καθώς και τη σύνδεσή της με την αύξηση της προσφοράς κατοικιών και λιγότερο με την απλή απόκτηση υφιστάμενων κατοικιών.

 

ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Η εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των μέτρων είναι ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην λαμβάνουν την άμεση και ουσιαστική στήριξη που απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς. Αυξάνεται το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, η φορολογική ελάφρυνση μετατίθεται χρονικά, η πρόσβαση στη χρηματοδότηση είναι μεν θετική για τη ρευστότητα αλλά συνεπάγεται δανεισμό, ενώ κρίσιμες παρεμβάσεις για τη φορολογική δικαιοσύνη και τη λειτουργία της αγοράς παραμένουν ημιτελείς.

Ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών ζητά ένα σχέδιο με άμεση μείωση του κόστους, ενίσχυση της ρευστότητας, πραγματικά κίνητρα για επενδύσεις και δίκαιη φορολόγηση, ώστε η μικρομεσαία επιχείρηση να μπορεί να παραμείνει βιώσιμη, να επενδύσει, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να στηρίξει την ελληνική οικονομία.

 

Για τον Λογιστικό Σύλλογο Αθηνών

Ο Πρόεδρος

Μιχάλης Πόλυγγερ

Ακολουθήστε μας στα κοινωνικά δίκτυα